Η «Οικολογία – Αλληλεγγύη» για το μέλλον του πολεοδομικού σχεδιασμού, την οικονομία, το περιβάλλον και τον ρόλο των παραγωγικών φορέων της Θεσσαλονίκης

Διαβάζοντας τις θέσεις της «Οικολογίας – Αλληλεγγύης», μιας ιστορικής αυτοδιοικητικής κίνησης που δρα στην πόλη από τη δεκαετία του 1990, είναι πιθανό κάποιοι να σκεφτούν ότι προσεγγίζουμε την πόλη με έναν ρομαντισμό που εχθρεύεται την «ανάπτυξη», ότι δεν κατανοούμε την ανάγκη για γρήγορες επενδύσεις ή ότι επιδιώκουμε να μπλοκάρουμε τα μεγάλα έργα με ατελείωτες, στείρες διαβουλεύσεις.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο δίλημμα και οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα καθορίζουν τη βιωσιμότητά της και την ίδια της την οικονομία για τις επόμενες δεκαετίες.

Τα τελευταία χρόνια, αποφάσεις όπως η κατάργηση του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου (ΟΡΘ), αν και παρουσιάστηκαν ως τεχνική ανάγκη μείωσης των φορέων, φαίνεται ότι στέρησαν από την πόλη τη θεσμική της μνήμη και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ακούγεται σαν η απόλυτη προτεραιότητα να είναι πλέον η μέγιστη οικονομική αξιοποίηση σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι ένα πραγματικό Μητροπολιτικό Πάρκο, μεγαλύτερο από τα 120 στρέμματα που προτείνει η Διοίκηση, θα βλάψει την οικονομική ανάπτυξη και τον τουρισμό της Θεσσαλονίκης. Φαίνεται ότι κάποιοι θεωρούν το πράσινο και τον καθαρό αέρα ως πολυτέλεια ή ως εμπόδιο για την επιχειρηματικότητα. Ή έχουν κατά νου μια μορφή «ανάπτυξης» χωρίς κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.

Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται ήδη στον πάτο της Ευρώπης σε αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο. Η Ελλάδα καταδικάστηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τον Μάρτιο του 2023 για τη συστηματική και συνεχή υπέρβαση των ορίων ατμοσφαιρικής ρύπανσης (μικροσωματίδια PM10) στη Θεσσαλονίκη.

Πώς ακριβώς μετρείται η «ανάπτυξη», όταν οι δείκτες αναπνευστικών νοσημάτων και θνησιμότητας από την ατμοσφαιρική ρύπανση χτυπούν κόκκινο;

Αν κοιτάξουμε το μοντέλο της Βαρκελώνης του ’92 –το οποίο τόσοι θαυμάζουν– βλέπουμε ότι η πόλη δεν «τσιγκουνεύτηκε» τον χώρο. Δημιούργησε 4.000 στρέμματα δημόσιων χώρων μόνο στο Montjuïc  και αύξησε το αστικό της πράσινο κατά 70%. Εκεί, το πράσινο δεν θυσιάστηκε στο όνομα του τουρισμού, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως το βασικό εργαλείο για να τον προσελκύσει.

Πώς μπορούμε να μιλάμε για σύγχρονη μητροπολιτική ανάπτυξη σήμερα, αντιγράφοντας ξεπερασμένα μοντέλα τσιμεντοποίησης, τα οποία οι επιτυχημένες ευρωπαϊκές πόλεις έχουν εγκαταλείψει εδώ και 30 χρόνια;

Με αφορμή την κοινή δήλωση των παραγωγικών φορέων (ΕΒΕΘ, ΒΕΘ, ΣΒΕ, ΣΕΒΕ, ΕΣΘ και ΣΕΤΕ), φαίνεται ξεκάθαρα ότι η προτεραιότητά τους είναι η ταχεία οικονομική εκμετάλλευση και η αποφυγή καθυστερήσεων. Ακούγεται σαν να υπάρχει μια αγωνία να μην μείνει η πόλη πίσω σε υποδομές.

Ειδικά, όμως, σε ό,τι αφορά την Ένωση Ξενοδόχων (ΕΞΘ), της οποίας το προϊόν εξαρτάται άμεσα από την εικόνα της πόλης:

  • Τι είδους τουριστικό προϊόν ελπίζουμε να πουλήσουμε σε μια πόλη που πνίγει τους ίδιους τους κατοίκους της;
  • Πώς αναμένουμε να προσελκύσουμε ποιοτικό τουρισμό (city break) και να ανταγωνιστούμε πόλεις όπως η Λισαβόνα ή η Νάπολη, όταν το κέντρο μας στερείται βασικών χώρων περπατήματος και αναψυχής;

Η υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος, τα εργοτάξια, ο θόρυβος και η κυκλοφοριακή ασφυξία, χτυπούν τελικά την ίδια την οικονομία.

Δεν διεκδικούμε το μονοπώλιο της αλήθειας, ούτε στεκόμαστε απέναντι στην επιχειρηματικότητα – στην υγιή και κοινωνικά υπεύθυνη οικονομική δραστηριότητα.

Πώς μπορούμε να συνδυάσουμε την ανάγκη των παραγωγικών φορέων για μια ζωντανή, ελκυστική οικονομικά πόλη, με τη δημιουργία ενός πραγματικού Μητροπολιτικού Πάρκου που –όπως αποδεικνύει η διεθνής εμπειρία– εκτινάσσει την πραγματική αξία του αστικού περιβάλλοντος και όχι μόνο με οικονομικούς όρους;

Το δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ δεν είναι εμπόδιο στη βιώσιμη ανάπτυξη. Δεν είναι εμπόδιο σε μια μορφή παρέμβασης που σέβεται τον πολίτη και το περιβάλλον που ζει. Είναι το απαραίτητο θεσμικό εργαλείο για να προχωρήσουν οι αποφάσεις της Διοίκησης και της Πολιτείας με την ισχυρότερη δυνατή κοινωνική συναίνεση.